Συστατικό
VANILLIN
Όνομα / περιγραφή
Βανιλλίνη· 4-Υδροξυ-3-μεθοξυβενζαλδεΰδη
Δράση (-εις) του συστατικού στα καλλυντικά προϊόντα
ΑΡΩΜΑΤΙΚΟ
Ενισχύει την οσμή ενός προϊόντος και/ή αρωματίζει την επιδερμίδα
Προέλευση
συνθετικό/φυτικό
Χρήση στα καλλυντικά
Αρώματα, κολώνιες, προϊόντα μετά το ξύρισμα, διάφορα αρωματισμένα καλλυντικά
Χρήση σε άλλα προϊόντα
Προϊόντα αρτοποιίας και είδη ζαχαροπλαστικής (όπως ζάχαρη βανίλιας, σοκολάτα ή παγωτό)
Άλλες πληροφορίες για τη χρήση στα καλλυντικά
Σύμφωνα με τον Κανονισμό Καλλυντικών της ΕΕ, το συγκεκριμένο συστατικό πρέπει να αναγράφεται μεμονωμένα στην ετικέτα του καλλυντικού προϊόντος. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις επισήμανσης των αλλεργιογόνων αρωμάτων, δείτε την ενότητα «Πληροφορίες για ασφαλή χρήση». Οι αρωματικές ουσίες ή τα μείγματα αρωματικών ουσιών αναφέρονται συχνά στον τομέα των καλλυντικών ως «αρωματικοί παράγοντες» ή «αρωματικά έλαια» ή «έλαια αρωμάτων». Στα καλλυντικά προϊόντα δηλώνονται με την ονομασία INCI «PARFUM». Πρόκειται για μη αραιωμένες μεμονωμένες ουσίες ή μείγματα αυτών που προέρχονται από φυσικές πρώτες ύλες ή μπορούν να παραχθούν (ημι-) συνθετικά. Αποτελούν πρώτες ύλες για την παραγωγή αρωμάτων και κολωνιών (eau de parfum, eau de toilette, eau de cologne) και άλλων αρωματισμένων καλλυντικών προϊόντων. Η μέση περιεκτικότητα των αρωματικών ουσιών στο άρωμα ανέρχεται σε 15-30 %, στο eau de parfum σε 10-14 %, σε eau de toilette σε 6-9 %, σε eau de cologne σε 3-5 % όπως και σε κρέμες δέρματος, σαμπουάν, σπρέι για τα μαλλιά και αποσμητικά έως περίπου 0,2-1 % και περίπου 1-3 % στα αποσμητικά στικ. Τα αρωματικά έλαια περιλαμβάνουν αιθέρια έλαια, ρητινοειδή και αποστάγματα. Οι πρώτες ύλες είναι, μεταξύ άλλων, λουλούδια, φύλλα και μίσχοι, φρούτα και φλούδες φρούτων ή ρίζες φυτών, ξύλα, χόρτα ή βότανα, βελόνες, ρητίνες και βάλσαμα. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται ενώσεις που απομονώνονται από φυσικά προϊόντα, όπως αλδεΰδες, κετόνες, εστέρες, αλκοόλες κ.λπ. (π.χ. γερανιόλη, κιτρονελλάλη, σιτραλ, ευγενόλη, μενθόλη). Χρησιμοποιούνται επίσης ημι-συνθετικά (π.χ. κιτρονελλόλη, οξικός γερανυλεστέρας, ιονόνη) και συνθετικά αρώματα (π.χ. φαινυλαιθυλική αλκοόλη και λιναλόλη). Αρώματα ζωικής προέλευσης, όπως ο μόσχος και το άμβρα, χρησιμοποιούνται πλέον σπάνια.
Πληροφορίες για την ασφαλή χρήση
Για την υποστήριξη αυτών των καταναλωτών στην ΕΕ, οι κατασκευαστές επισημαίνουν στην ετικέτα των προϊόντων την παρουσία πιθανών αλλεργιογόνων αρωμάτων μεμονωμένα. Αυτό επιτρέπει στα άτομα με γνωστές αλλεργίες σε αρώματα να εντοπίζουν εύκολα και να αποφεύγουν συστατικά που ενδέχεται να προκαλέσουν αντίδραση. Ο κατάλογος των αλλεργιογόνων αρωμάτων που πρέπει να αναγράφονται ονομαστικά σε καλλυντικό προϊόν καθορίζεται στο Παράρτημα III του Κανονισμού Καλλυντικών της ΕΕ (CPR). Η επισήμανση αυτή απαιτείται όταν η ουσία περιέχεται στο προϊόν σε συγκέντρωση άνω του 0,01% για προϊόντα που ξεβγάζονται (rinse-off) και άνω του 0,001% για προϊόντα που παραμένουν στο δέρμα (leave-on). Σύμφωνα με τις τελευταίες τροποποιήσεις του Κανονισμού, από τις 31 Ιουλίου 2026 οι κατασκευαστές καλλυντικών θα αναγράφουν 81, αντί για 24, αλλεργιογόνα αρωμάτων στα προϊόντα που διατίθενται για πρώτη φορά στην αγορά της ΕΕ. Τα προϊόντα που έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά και δεν συμμορφώνονται ακόμη με τις νέες απαιτήσεις επισήμανσης μπορούν να διατίθενται μέχρι τις 31 Ιουλίου 2028. Η αλλαγή στις απαιτήσεις επισήμανσης δεν αντικατοπτρίζει καμία μεταβολή στην ασφάλεια των προϊόντων ή στη σύνθεσή τους, καθώς αυτά ήδη συμμορφώνονται με τις αυστηρές απαιτήσεις ασφάλειας της ΕΕ. Σκοπός της επικαιροποιημένης επισήμανσης είναι να παρέχει στους ευαισθητοποιημένους καταναλωτές πληροφόρηση σχετικά με την παρουσία επιπλέον αλλεργιογόνων αρωμάτων, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις και να εντοπίζουν εύκολα τις ουσίες στις οποίες ενδέχεται να είναι αλλεργικοί. Έλεγχος για αλλεργίες σε αρώματα Εάν υπάρχει υποψία αλλεργίας σε άρωμα, οι γιατροί συνήθως ξεκινούν με μια απλή δερματική δοκιμασία που ονομάζεται δοκιμασία επιθέματος (patch test). Μικρές ποσότητες συνηθισμένων αλλεργιογόνων εξ επαφής, συμπεριλαμβανομένων δύο τυποποιημένων μειγμάτων αρωμάτων (γνωστών ως fragrance mix 1 και 2), τοποθετούνται σε ειδικά επιθέματα και εφαρμόζονται στο δέρμα της πλάτης του ασθενούς. Τα επιθέματα παραμένουν στο δέρμα για περίπου δύο ημέρες. Αφού αφαιρεθούν τα επιθέματα, ο γιατρός εξετάζει το δέρμα για να διαπιστώσει εάν εμφανίστηκαν αντιδράσεις τύπου αλλεργικού εκζέματος. Με τον τρόπο αυτό διαπιστώνεται εάν το δέρμα αντέδρασε σε κάποια από τις ουσίες που εξετάστηκαν. Τα δύο μείγματα αρωμάτων που χρησιμοποιούνται στη δοκιμασία αυτή περιλαμβάνουν 14 συστατικά τα οποία σήμερα απαιτείται να αναγράφονται στις ετικέτες των καλλυντικών προϊόντων. Εάν κάποιος εμφανίσει αντίδραση σε ένα από τα μείγματα, ο γιατρός προχωρά στη δοκιμή των επιμέρους συστατικών ξεχωριστά, ώστε να εντοπιστεί ποια συγκεκριμένη ουσία προκαλεί την αλλεργία. Αυτή η ουσία είναι εγκεκριμένη ρητά και/ή υπόκειται σε περιορισμό ως αποτέλεσμα μιας καταχώρισης στο Παράρτημα III του Κανονισμού ΕΚ για τα Καλλυντικά μετά από αξιολόγηση από την Επιστημονική Επιτροπή για την Ασφάλεια των Καταναλωτών της Επιτροπής της ΕΕ (SCCS). Οι περιορισμοί μπορεί να αφορούν π.χ. τα κριτήρια καθαρότητας, τη μέγιστη συγκέντρωση ή τον περιορισμό σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων. Με την επιφύλαξη των όρων που ενδεχομένως επιβάλλονται στο Παράρτημα III, η χρήση αυτής της ουσίας σε καλλυντικά προϊόντα είναι ασφαλής.
Επιπλέον πληροφορίες
Για τη διευκρίνιση, εάν υπάρχει υποψία για αλλεργία εξ επαφής, αυτή η ουσία μπορεί να ελεγχθεί με μια τυπική επιδερμική δοκιμασία στον δερματολόγο.
Ανήκει στις παρακάτω ομάδες συστατικών
Ρύθμιση των καλλυντικών προϊόντων
Τα συστατικά καλλυντικών υπόκεινται σε ρύθμιση. Παρακαλούμε σημειώστε ότι μπορεί να ισχύουν διαφορετικές ρυθμίσεις για τα συστατικά καλλυντικών εκτός της ΕΕ.



